προεικασία

προεικασία
η, Ν
πρόβλεψη («οι προεικασίες μου επαληθεύθηκαν»].
[ΕΤΥΜΟΛ. < προεικάζω. Η λ. μαρτυρείται από το 1868 στον Φίλιππο Ιωάννου].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”